Η διαχρονική παρουσία της ήµερης κάνναβης στον Ελλαδικό χώρο από την αρχαιότητα και οι λόγοι της αποσιώπησής της από την σύγχρονη ιστοριογραφία.
Αργύρης Μουντζούρης, Κρίστα Παππά
(Ζωγραφική απεικόνιση κάνναβης, αντίγραφο του "Περί Ύλης Ιατρικής" του Διοσκουρίδη του Πεδάνιου - 1ος μ.Χ. αιώνα, από το διάσημο αντίγραφο του 6ου αι. µ.Χ. Vienna Dioscorides.)
Εισαγωγή: Η ήµερη κάνναβη (Cannabis sativa L.),
παρόλο που υπήρξε ένα από τα πιο χρήσιµα
φυτά στην ιστορία της ανθρωπότητας,
οδηγήθηκε στην αφάνεια και στη λήθη
µόλις πριν από λίγες δεκαετίες, µετά από
µία δυσφηµιστική εκστρατεία βασισµένη σε
εσκεµµένη παραπληροφόρηση, αυτό που
σήµερα θα λέγαµε fake news.
Η διερεύνηση α) της σηµασίας που είχε η
ήµερη κάνναβη στην καθηµερινή ζωή των
κατοίκων του ευρύτερου Ελλαδικού χώρου
από την αρχαιότητα µέχρι και τα µέσα του
20ού αιώνα, και β) των αιτίων εξαφάνισής της
από την σύγχρονη ιστοριογραφία, αποτελεί
τον διττό στόχο αυτού του άρθρου.
Στο πλαίσιο αυτό παραθέτουµε κάποια
ιστορικά στοιχεία που εκτιµούµε ότι δεν
έχουν αναδειχθεί έως σήµερα και παράλληλα
επιχειρούµε να δώσουµε απάντηση στο
ερώτηµα γιατί η σκόπιµη ταύτιση της
ήµερης κάνναβης µε την συγγενή της ινδική
(Cannabis indica) και η απαγόρευση της
καλλιέργειας όλων των ποικιλιών της στον
δυτικό κόσµο οδήγησε αφενός στη σταδιακή
µείωση της χρήσης της και αφετέρου,
στην εξάλειψη κάθε αναφοράς σε αυτήν
στα αναπτυσσόµενα µέσα ενηµέρωσης της
µεταπολεµικής περιόδου, στη βιβλιογραφία
και, τελικά, στη σύγχρονη ιστοριογραφία. Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην
µακρόχρονη παρουσία και την σηµασία
της χρήσης της κάνναβης στον Ελλαδικό
χώρο κατά την αρχαιότητα, παρατηρείται
ακόµα και σε µουσεία της χώρας µας, µε πιο
χαρακτηριστικά αυτά που ασχολούνται µε την
ναυτική ιστορία.
Ο “∆ρόµος της κάνναβης” προηγήθηκε
του “∆ρόµου του Mεταξιού”
Η κάνναβη θεωρείται ένα από τα πρώτα φυτά
που καλλιέργησε ο άνθρωπος κυρίως για
τις ίνες της και, δευτερευόντως, για σπόρο,
φαρµακευτική ή/και ευφορική χρήση. Η ίνα
της κάνναβης χαρακτηρίζεται από δύναµη
και αντοχή στο νερό, την υγρασία και τη
µούχλα. Θεωρείται ότι χρησιµοποιήθηκε
και καλλιεργήθηκε πρώτα στην Κίνα ή στην
Κεντρική Ασία και πρέπει να εξαπλώθηκε
µέσα από διαδροµές παράλληλες µε τον
µεταγενέστερο “∆ρόµο του Μεταξιού”. Μέχρι
πρόσφατα θεωρούσαµε ότι άργησε να έρθει
στην λεκάνη της Μεσογείου, καθώς οι
πρωϊµότερες ιστορικές αναφορές που είχαµε
ξεκινούσαν µόλις στα µέσα της 1ης χιλιετίας
π.Χ., ενώ οι αναφορές για την καλλιέργειά της
εµφανίζονταν αρκετά αργότερα.
1
Νεότερα στοιχεία, όµως, απέδειξαν ότι ήρθε
πολύ νωρίτερα. Σύµφωνα µε µελέτη που
εκπονήθηκε από ερευνητές του Ελεύθερου
Πανεπιστηµίου του Βερολίνου η χρήση της
κάνναβης εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και την
Ασία πριν από περίπου 5.000 χρόνια, κατά
την Εποχή του Χαλκού, µεταφερόµενη από
νοµαδικές φυλές, στο πλαίσιο ενός αρχαϊκού
διηπειρωτικού εµπορίου.
2
Το εµπόριο και η
χρήση του φυτού διευρύνθηκε περαιτέρω
χάρη στους νοµάδες ιππείς των στεπών που
µπορούσαν µε τα άλογά τους να καλύπτουν
τεράστιες αποστάσεις, ακολουθώντας
σχεδόν τις ίδιες διαδροµές που αργότερα θα
ονοµαζόταν «∆ρόµος του Μεταξιού».
Εικόνα 1α: Το καννάβινο ύφασµα του 5ου αι. π.Χ. Από τους Τράχωνες Αττικής (Spantidaki 2016, σ.142, Fig. A.118).
Η κάνναβη στον ευρύτερο Ελλαδικό
χώρο – Σύντοµη ιστορική αναδροµή
Η αρχαία ναυτιλία αποτελεί το πιο ενδεικτικό
παράδειγµα ευρείας χρήσης του φυτού, όπου
η κάνναβη αντικατέστησε σταδιακά τον
πάπυρο που προερχόταν κυρίως από τις ακτές
της Αφρικής και της Ασίας. Η κάνναβη έγινε
απαραίτητο στοιχείο σε µερικές περιοχές στη
λεκάνη της Μεσογείου λόγω των µοναδικών
χαρακτηριστικών της και συνυπήρξε µε
το λινό, το οποίο έως την εµφάνιση της,
αποτελούσε την κύρια πρώτη ύλη για τα
πανιά των πλοίων.
Το αρχαιότερο δείγµα κάνναβης από την
χώρα µας ανήκει στη συλλογή του Εθνικού
Αρχαιολογικού Μουσείου. Πρόκειται για
ένα κοµµάτι υφάσµατος ταυτοποιηµένο ως
καννάβινο, έχει χρονολογηθεί στον 5ο
αιώνα
π.Χ. και βρέθηκε σε ανασκαφή που έγινε
στους Τράχωνες (Άλιµος Αττικής) τη δεκαετία
του ’60.3
Το ύφασµα κάνναβης ανακαλύφθηκε
µαζί µε άλλα δύο υφάσµατα, το ένα από
βαµβάκι και το άλλο από λινάρι, αποτελώντας,
συνολικά, ένα δείγµα από τις τρεις κύριες
φυτικές πρώτες ύλες που χρησιµοποιήθηκαν
στην υφαντουργία στη χώρα µας για αιώνες
(Εικ.1α,1β).
Ο Ηρόδοτος στις «Ιστορίες» του, τον 5ο
αιώνα π.Χ., είναι ο πρώτος που καταγράφει τη
διπλή χρήση της κάνναβης. Αναφέρεται στην
ευφορική χρήση του φυτού από τους Σκύθες
αλλά και στην κλωστική χρήση του, όταν
παρατηρεί ότι η κάνναβη υπερτερεί έναντι
του λινού.
4
Από τους «∆ειπνοσοφιστές» του
Αθήναιου γνωρίζουµε ότι τον 3ο αιώνα π.Χ. η
κάνναβη είχε χρησιµοποιηθεί στην κατασκευή
της «Συρακουσίας», του µεγαλύτερου πλοίου
της εποχής που είχε σχεδιάσει ο Αρχιµήδης.
5
Η αναφορά του ότι η κάνναβη προερχόταν
από τον µακρινό Ρήνο, δείχνει ότι πιθανότατα
η καλλιέργειά της ήρθε στην περιοχή αρκετά
αργότερα. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός
ότι αναφορές στην καλλιέργειά της αρχίζουν
να εµφανίζονται τους επόµενους αιώνες,
µε πιο χαρακτηριστική αυτή του Παυσανία
που στα «Ηλιακά», το 2ο αιώνα µ.Χ., έγραφε:
«τὴν µὲν δὴ κανναβίδα καὶ λίνον καὶ τὴν
βύσσον σπείρουσιν ὅσοις ἡ γῆ τρέφειν ἐστὶν
ἐπιτήδειος».
6
Καλλιεργητικές συµβουλές
για το φυτό συναντάµε και σε ένα ιδιαίτερα
σηµαντικό έργο του 10ου αιώνα µ.Χ., τα
«Γεωπονικά» του Βυζαντινού Βάσσου.
7
Οι φαρµακευτικές ιδιότητες της κάνναβης
καταγράφονται για πρώτη φορά στο δυτικό
κόσµο από τον ∆ιοσκουρίδη τον Πεδάνιο
από την Ανάζαρβο της Κιλικίας (1ος αιώνας
µ.Χ.), ο οποίος αναφέρεται, επίσης, στη διπλή
χρήση της κάνναβης (όπως ο Ηρόδοτος). Στο
σηµαντικό έργο του «Περὶ ὕλης ἰατρικῆς»
διαχωρίζει βοτανολογικά την κάνναβη σε
ήµερη και άγρια και περιγράφει τις διαφορές
και τις οµοιότητες των δύο ποικιλιών.
8
Επισηµαίνουµε ότι οι ιδιότητες που απέδιδε
στην κάνναβη για την αντιµετώπιση
διαφόρων φλεγµονών και της αρθρίτιδας,
σήµερα έχουν αναγνωριστεί και ερευνώνται
από την επιστήµη (Εικ. 2).
Ένα επιπλέον στοιχείο που υποστηρίζει το
εύρος της χρήσης της κάνναβης και στην
υπόλοιπη λεκάνη της Μεσογείου είναι η
αναφορά στον «Άγιο Κάνναβο». Πρόκειται
για καννάβινο σχοινί που φυλάσσεται στο
µοναστήρι του Τιµίου και Ζωοποιού Σταυρού
στο Οµοδός της Κύπρου. Υπάρχουν ιστορικές
αναφορές όπως αυτή του Νεόφυτου του
Ροδινού ή του περιηγητή µοναχού Μπάρσκυ
που αναφέρουν ότι το είχε φέρει από την
Παλαιστίνη το 327 µ.Χ. οπότε και το άφησε
στο µοναστήρι, η µητέρα του Αυτοκράτορα
Κωνσταντίνου, Ελένη, όπως διαβάζουµε
στην ιστοσελίδα της κοινότητας. «Είναι ένας
ξύλινος Σταυρός µε αργυρεπίχρυσο κάλυµµα,
που είναι τοποθετηµένος σε ειδικό κουβούκλιο
στο τέµπλο του ναού […]. Στο κέντρο του
Σταυρού, µέσα σε χώρο που προφυλάσσεται
µε χρυσή θυρίδα που ανοιγοκλείει βρίσκεται
ο Άγιος Κάνναβος που ονοµάζεται και Άγιο
Σχοινίο. Είναι ένα κοµµάτι από εκείνο το
σχοινί που οι Ρωµαίοι έδεσαν τον Χριστό
πάνω στο Σταυρό και είναι το µοναδικό που
σώζεται στο κόσµο».
9
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η ύπαρξη µίας
επιγραφής του 18ου αιώνα που, αν και
βρίσκεται έξω από τον ελλαδικό χώρο, τονίζει
την σηµασία του φυτού για τον άνθρωπο.
Βρίσκεται στην οροφή περιστυλίου στην
Μπολόνια της γειτονικής Ιταλίας, όπου
διαβάζουµε: «panis vita, canabis protectio,
vinum laetitia» (“το ψωµί είναι ζωή, η
κάνναβη προστασία, το κρασί χαρά”).10
Όπως είδαµε, τα µοναδικά χαρακτηριστικά
της κάνναβης την καθιστούσαν απαραίτητη
σε πλήθος καθηµερινών εργασιών. Η χρήση
της ήταν ευρύτατη, ιδίως στην υφαντουργία
και την σχοινοποιία, καθώς παράγει µακριές
ίνες εξαιρετικά µεγάλης αντοχής, είναι
ανθεκτική στον χρόνο και το νερό και δεν
µουχλιάζει (αντιµυκητιακή). Εκτός από την
εκτεταµένη χρήση της στη ναυτιλία (από
αυτήν προερχόταν πάνω από το 70% των
εξαρτηµάτων των παλιών ιστιοφόρων) αξίζει
να αναφερθεί και η χρήση της στην γεωργία.
Οι σάκοι για την µεταφορά της ελιάς στα
παλιά ελαιουργεία και τα πανιά ήταν συνήθως
φτιαγµένα από κάνναβη.
Με το πέρασµα των αιώνων, η κάνναβη
αντικατέστησε οριστικά το λινάρι και
αποτέλεσε την κύρια πρώτη ύλη για την
κατασκευή πανιών, σχοινιών και σάκων για
βαριές χρήσεις (κανναβάτσο, κανναβόσκοινα,
καννάβι, καραβόπανο, καµβάδες), αποκτώντας
έτσι, πολλά χρόνια αργότερα, τις ονοµασίες
«βιοµηχανική» ή «κλωστική». Το λινάρι
κατευθυνόταν πλέον στην κατασκευή κυρίως
λευκών ειδών και πιο ακριβών υφασµάτων.
Οι λόγοι της αποσιώπησης της κάνναβης
από την σύγχρονη ιστοριογραφία
Αποτελεί ιστορικό παράδοξο ότι λίγες, µόλις,
δεκαετίες απαγόρευσης κατόρθωσαν να
σβήσουν τη µακρόχρονη παρουσία του φυτού
στην χώρα µας, όχι µόνο από το συλλογικό
συνειδητό, αλλά και από την επιστηµονική
έρευνα. Αυτό οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους.
Ο πρώτος λόγος είναι η δυσκολία διάκρισης
µεταξύ κάνναβης και λινού. Κάποιες
οµοιότητές τους (µακρόινα, παρόµοιες χρήσεις)
δυσχεραίνουν την ταύτισή τους κατά την
αρχαιολογική έρευνα. Ακόµα και κάτω από
το ηλεκτρονικό µικροσκόπιο η αναγνώριση
είναι εξαιρετικά δύσκολη11 καθώς κάποια
µικροσκοπικά διαγνωστικά µορφολογικά
χαρακτηριστικά έχουν αλλοιωθεί λόγω της
παρέλευσης πολλών αιώνων. Αποτέλεσµα είναι
να περιγράφονται σχεδόν όλα τα µακρόινα
ευρήµατα των ανασκαφών µε τον γενικό όρο
«λινά» καθιστώντας την κάνναβη ανύπαρκτη.
Ο δεύτερος λόγος αφορά στην απαγόρευση
της κλωστικής κάνναβης που ξεκίνησε
την δεκαετία του ’30 στην Αµερική και
επεκτάθηκε σταδιακά στον υπόλοιπο δυτικό
κόσµο και την σταδιακή αντικατάσταση των
περισσότερων προϊόντων που παράγονταν
από αυτή. Συγκεκριµένα, στη διάρκεια
του µεσοπολέµου, µε την εµφάνιση
της βιοµηχανίας των πετροχηµικών, τα
προϊόντα κάνναβης αντιµετωπίστηκαν ως
ανταγωνιστικά που έπρεπε να εξαλειφθούν.
Μία άνευ προηγουµένου εκστρατεία
δυσφήµισης για την συγγενή ινδική κάνναβη,
η οποία βασιζόταν σε εσκεµµένα εσφαλµένα
στοιχεία, οδήγησε στην απαγόρευση όλων των
ποικιλιών κάνναβης. Από την απαγόρευσή
της στην Αµερική και στη συνέχεια σε µεγάλο
µέρος του πλανήτη, η ήµερη κάνναβη
εξοβελίστηκε και τα συνθετικά προϊόντα πολύ
γρήγορα πήραν τη θέση των καννάβινων.
Τις δεκαετίες που ακολούθησαν οι αναφορές
σε αυτήν είναι ελάχιστες. Ιδίως στη χώρα
µας, το αρνητικό στερεότυπο που συνόδευε
την ινδική ποικιλία έγινε ταυτόσηµο µε την
ευρύτερη περιγραφή του είδους κάνναβη,
«διαγράφοντας» ποικίλες, άλλες χρήσεις του
φυτού, όπως είναι η κλωστική. Σκόπιµα, η
ήµερη κάνναβη ταυτίστηκε µε την ινδική,
δηµιουργώντας έτσι σύγχυση για τις
διαφορετικές ποικιλίες του φυτού, κάτι που
ισχύει ακόµα και σήµερα στη χώρα µας, για
σηµαντικά τµήµατα της κοινωνίας.
Σηµειώνεται ότι σε άλλες χώρες της
Ευρώπης υπάρχει διαφορετική ονοµασία
για την ήµερη κάνναβη, όπως hemp
και chanvre στην αγγλική και γαλλική
γλώσσα αντίστοιχα, ενώ η λέξη cannabis
χρησιµοποιείται συνήθως για τις ποικιλίες που
διαθέτουν υψηλά επίπεδα του ψυχοδραστικού
κανναβινοειδούς THC.
Εξαιτίας λοιπόν της σύγχυσης στον
προσδιορισµό των αρχαιολογικών ευρηµάτων
αλλά και της δαιµονοποίησης του φυτού, τα
ίχνη της ιστορίας της κάνναβης µε τον καιρό
χάνονται. Μία επισκόπηση της εγχώριας
βιβλιογραφίας των µεταπολεµικών δεκαετιών
δείχνει τον σταδιακό περιορισµό αναφορών
στην ήµερη κάνναβη σε επιστηµονικές
(γεωπονικές κυρίως) δηµοσιεύσεις, και τέλος,
την απουσία κάθε αναφοράς σε αυτήν, την
δεκαετία του΄70.
Λίγο πριν τις αρχές του 21ου αιώνα, η
κατάσταση άρχισε να αλλάζει διεθνώς, µε την κάνναβη να επανέρχεται στο προσκήνιο σε
πολλούς τοµείς και το ενδιαφέρον για αυτήν
να αυξάνεται ραγδαία. Από τη διατροφή, την
κοσµετολογία και την φαρµακολογία, µέχρι
τον σχεδιασµό νέων καινοτόµων υλικών.
Έχει εποµένως ιδιαίτερη σηµασία πλέον
να αποκαταστήσουµε την παρεξηγηµένη
σηµασία του φυτού και να αναδείξουµε την
πραγµατική, µεγάλη χρηστική αξία που είχε
στην καθηµερινή ζωή των Ελλήνων, και όχι
µόνο, για χιλιετίες. Η κάνναβη στην Ελλάδα
έχει µακρόχρονη παρουσία και πλούσια
ιστορία, την πλουσιότερη ίσως σε ολόκληρο
τον δυτικό κόσµο. Μετά από χρόνια έρευνας,
δεν γνωρίζουµε να υπάρχουν τόσες πολλές
αναφορές, σε τέτοιο χρονικό εύρος, για
όλες τις χρήσεις του φυτού (φαρµακευτική
– ευφορική – βιοµηχανική) σε µία µόνο χώρα,
τουλάχιστον στον δυτικό κόσµο.
∆υστυχώς όµως, όταν ευρήµατα όπως
αυτά από την ανασκαφή στους Τράχωνες
µένουν κλειστά σε συλλογές µουσείων, χωρίς
να έχουν εκτεθεί ποτέ στο κοινό και χωρίς
επίσηµη επιστηµονική ανακοίνωση, η χώρα
µας δεν µπορεί να περιληφθεί σε σχετικούς
χρονολογικούς χάρτες που δηµοσιεύονται
κατά καιρούς σε διάφορα άρθρα ή
επιστηµονικές και ερευνητικές παρουσιάσεις.
Παράδειγµα αποτελούν οι φωτογραφίες του
άρθρου, οι οποίες δεν προέρχονται από το
ίδιο το µουσείο, αλλά από την µελέτη της ∆ρ.
Στέλλας Σπαντιδάκη και αναδηµοσιεύονται
για πρώτη φορά.
12
Σήµερα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ να
αναδείξουµε επιτέλους την ιστορική διαδροµή
αυτού του τόσο χρήσιµου φυτού στην Ελλάδα.
Μέσα από την πολυετή επαγγελµατική και
επιστηµονική ενασχόληση µας µε το φυτό
και την παράλληλη έρευνα για την ιστορία
του, έχει συγκεντρωθεί πλήθος στοιχείων που
θεωρήσαµε ότι έπρεπε να δηµοσιοποιηθεί. Το
2016, δηµιουργήθηκε το ψηφιακό «µουσείο
της κάνναβης», σε γνωστό κοινωνικό δίκτυο,
13
στοιχεία του συµπληρώνουν ενηµερωτικά
τµήµατα άλλων ιστοσελίδων, ενώ µέσα
από έντυπες παρουσιάσεις, εγκαταστάσεις
σε εκθέσεις και διαλέξεις συνεχίζουµε να
συγκεντρώνουµε και να προβάλουµε κάθε
διαθέσιµο στοιχείο, ώστε να γίνει επιτέλους η
ιστορία της γνωστή.
Εικόνα 1β. Λεπτοµέρεια του υφάσµατος από τους Τράχωνες Αττικής (Spantidaki 2016, σ.142, Fig. A.119).
Βιβλιογραφία
• Barber, E. (1991) Prehistoric Textiles. The
Development of Cloth in the Neolithic and
Bronze Ages, with special Reference to the
Aegean. Princeton: Princeton University
Press.
• Grömer, K. (2016) The Art of Prehistoric
Textile Making: The development of craſt
traditions and clothing in Central Europe.
Wien: Naturhistorisches Museum.
• Long, T., Wagner, M., Demske, D., Leipe, C.
and Tarasov, P. E. (2017) Cannabis in Eurasia:
origin of human use and Bronze Age transcontinental connections, Vegetation History
and Archaeobotany 26:2, 245-258.
• Spantidaki, S. (2016) Textile Production in
Classical Athens, Ancient Textiles Series 27.
Oxford: Oxbow Books.
• Zisis, V.G. (1955) Βαµβακερά, καννάβινα
και λινά υφάσµατα του 5ου π.Χ. αιώνος.
Αποδίπλωσις και συντήρησις αυτών, Πρακτικά
της Ακαδηµίας Αθηνών, 29, 587-593.
Υποσηµειώσεις
Ευχαριστούµε τη ∆ρ. Σπαντιδάκη Στέλλα για
την ευγενική παραχώρηση του φωτογραφικού
υλικού και τις πολύτιµες επιστηµονικές
συµβουλές και παρατηρήσεις της, την
Γεωργοπούλου Κατερίνα για την επιµέλεια
των κειµένων και την Χρυσοστοµίδου Όλγα
για την µετάφραση της περίληψης στην
αγγλική γλώσσα.
Παραπομπές
1 Barber 1991, 17-19.
2 Long et al. 2017.
3 Zisis 1955; Spantidaki 2016, 22, 114 (cat.
no. 25), 142: Figs. A.117-A.121.
4 Ηρόδοτος, Ιστορίες, 4.74.1- 4.75.1 5 Αθήναιος, ∆ειπνοσοφισταί, E’, 40 6 Παυσανίας, Ἠλιακῶν Β , 26.6 7 Κασσιανός Βάσσος, Γεωπονικά, 2.40.77 8 ∆ιοσκουρίδης, Περὶ ὕλης ἰατρικῆς, 3.148.1.1-
6, 3.148.1.1-7
9 http://www.omodos.org/timios_stavros_
monastery.shtm
10 Portico di Via dell’Indipendenza, Bologna. 11 Grömer 2016, 7. 12 Spantidaki 2016, 22, 114 (cat.no. 25), 142:
Figs. A.117-A.121.
13 https://www.facebook.com/
KannavisMuseum/





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου